Η Αντιμετώπιση του Κνησμού στην Ψωρίαση

29 Ιουλίου 2019

Συχνό σύμπτωμα της ψωρίασης αποτελεί ο κνησμός, ο οποίος συνοδεύει τις δερματολογικές εκδηλώσεις της νόσου στο 70 - 90% των ασθενών με ψωρίαση κατά πλάκας.

Είναι συνήθως μέτριας έντασης (VAS* 4-6) και παρουσιάζεται σε καθημερινή συχνότητα.

Πόσο όμως αποτελεί κριτήριο αξιολόγησης από τον Δερματολόγο;

Και τι νεότερα δεδομένα υπάρχουν για την αντιμετώπισή του με τοπική αγωγή;

Στην πανευρωπαϊκή μελέτη EUROPSO,την πανευρωπαϊκή μελέτη EUROPSO,όπου 17.900 ασθενείς με ψωρίαση απάντησαν σε online ερωτηματολόγιο αναφορικά με την ψωρίαση, ο κνησμός καταγράφηκε ως δεύτερο βασικό σύμπτωμα σε ποσοστό 72% μετά την απολέπιση.

Σε άλλη, κλινική μελέτη, το 80% των ασθενών με κνησμό δήλωσε απώλεια ύπνου και επίδραση στην ποιότητα ζωής (μέσω του DLQI).

Η επίδραση του κνησμού, στην ποιότητα ζωής εντείνει το αίσθημα κατάθλιψης και άγχους που έχουν αρκετοί ασθενείς με ψωρίαση.

Για αυτούς τους λόγους,η μείωση του κνησμού θα πρέπει να αποτελεί σημαντικό θεραπευτικό στόχο στην ψωρίαση.

Οι ασθενείς όμως μιλούν για το αίσθημα του κνησμού στον δερματολόγο;

Είναι χαρακτηριστικό ότι σε διεθνή έρευνα δερματολόγων για τους παράγοντες που συμμετέχουν στη σοβαρότητα της ψωρίασης, οι πιο σημαντικές παράμετροι βαρύτητας της νόσου για τους δερματολόγους ήταν η θέση και το μέγεθος των δερματικών βλαβών.

Μόνο το 7% των δερματολόγων ανέφερε τον κνησμό ως την σημαντικότερη παράμετρο της νόσου, ενώ αντίθετα για τους ασθενείς, το αντίστοιχο ποσοστό για τον κνησμό είναι 38% και ακολουθείται από τη θέση των δερματικών βλαβών.

Στην καθ’ ημέρα πρακτική ωστόσο, ο κνησμός δεν καταγράφεται συνήθως στα εργαλεία αξιολόγησης της νόσου που χρησιμοποιούνται, γεγονός που υποδηλώνει πιθανή ανάγκη να επανεξεταστεί ο τρόπος αξιολόγησης της σοβαρότητας της νόσου.

Οι παλαιότερες τοπικές θεραπείες για την αντιμετώπιση της ψωρίασης δεν είχαν ερευνήσει την δράση τους στον κνησμό. Τώρα όμως έχουμε νέα δεδομένα.

Πρόσφατα, αερόλυμα αφρού καλσιποτριόλης Cal 50 μ/g και διπροπιονικής βηταμεθαζόνης BD 0.5mg/g εισήχθη για τη θεραπεία της ψωρίασης κατά πλάκας σε ενήλικες.

Τα δραστικά συστατικά του αφρού είναι απολύτως διαλυμένα κατά την εφαρμογή του, γεγονός που σχετίζεται με αυξημένη διείσδυση στο δέρμα, αυξημένη βιοδιαθεσιμότητα και μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα.

Φαίνεται ότι η ισχυρή αποτελεσματικότητατου αφρού Cal/BD σχετίζεται και με την ταχεία και αποτελεσματική ανακούφιση των ασθενών από τον κνησμό.

Είναι χαρακτηριστικό ότι σε μεγάλη διπλά τυφλή κλινική μελέτη (PSOFast 426 ασθενείς), το 30% των ασθενών με έντονο κνησμό εμφάνισε σημαντική μείωσή του τις πρώτες 3 ημέρες θεραπείας, και πάνω από το 70% των ασθενών ανακουφίστηκε σημαντικά στις 4 εβδομάδες (μείωση του VAS score κατά 70%).

Επιπρόσθετα παρατηρήθηκε βελτίωση στην απώλεια ύπνου που σχετίζεται με τον κνησμό.

Το 36% των ασθενών δήλωσε βελτίωση τουύπνου την ημέρα 3, ενώ μετά από 4 εβδομάδες το ποσοστό αυτό είχε ανέλθει στο 70,8%.

Η μέση μεταβολή του DLQI παρουσίασε επίσης μείωση για το σκεύασμα αφρού (9,9 κατά την έναρξη της μελέτης και 2,9 μετά από 4εβδομάδες) και επιβεβαιώνει πως το DLQI των ασθενών με ψωρίαση σχετίζεται άμεσα με την ένταση του κνησμού και μάλιστα σε μεγαλύτερο βαθμό από το δείκτη PASI.

Ως εκ τούτου, ο αφρός Cal/BD φαίνεται να προσφέρει ένα σημαντικό πλεονέκτημα στην αντιμετώπιση της ψωρίασης και είναι κατάλληλη τοπική θεραπεία πρώτης γραμμής για ασθενείς με ψωρίαση κατά πλάκας οποιασδήποτε βαρύτητας.


Σταμάτης Γρηγορίου,
Δερματολόγος - Αφροδισιολόγος, Διευθυντής Ε.ΔΙ.Π., Α' Πανεπιστημιακή Κλινική, Νοσοκομείο Αφροδισίων και Δερματικών Νόσων "Α. ΣΥΓΓΡΟΣ"

www.PharmaManage.gr