• Κλειστά ή ελεύθερα επαγγέλματα (13.03.12)
  • 13.3.2012

    Η νεοφιλελεύθερη εμμονή για το άνοιγμα των δήθεν «κλειστών» επαγγελμάτων δεν είναι καθόλου αθώα. Το ζήτημα συσχετίζεται λανθασμένα και υποκριτικά με την βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και την πτώση των τιμών καθώς και με το δημοσιονομικό όφελος που υποτίθεται πως θα προκύψει από την απελευθέρωση. Αυτές όμως οι συσχετίσεις είναι κυρίως ιδεολογικού τύπου.
    Διότι το πρόβλημα της χαμηλής ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας δεν οφείλεται στους προστατευτικούς νόμους που διέπουν το καθεστώς λειτουργίας των διαφόρων επαγγελματικών κλάδων, ούτε καν στους μισθούς, αλλά σχετίζεται κυρίως με τις συνθήκες διανομής των προϊόντων, το ύψος των ασφαλιστικών εισφορών, τη φορολογία, τη βελτίωση της τεχνικής, καθώς και με τις τιμές των πρώτων υλών. Ακόμα και αν αφαιρέσουμε δηλαδή κάθε προστατευτικό νόμο, καμία σοβαρή επίδραση δεν θα παρατηρήσουμε πάνω στις τιμές, διότι αυτές προσδιορίζονται από το συνολικό υψηλό κόστος παραγωγής και διανομής. Ακόμη δηλαδή και αν ανοίξουν φαρμακεία σε κάθε γωνιά της Αθήνας, ακόμη και αν διπλασιαστεί ο αριθμός των ταξί, ακόμη και αν γεμίσουμε συμβολαιογράφους ή φουρνάρηδες, καμία πτώση των τιμών δεν θα παρατηρηθεί, εάν οι άλλες συνθήκες παραμείνουν σταθερές.

    Ούτε όμως και δημοσιονομικό όφελος έχουμε από την δήθεν απελευθέρωση, διότι το όφελος αυτό θα προέλθει όχι από την δήθεν απελευθέρωση αλλά από τον εκσυγχρονισμό του φορολογικού συστήματος. Η αγορά για να αποδώσει όμως πρέπει να εκσυγχρονιστεί και όχι να απορυθμιστεί. Προς τι λοιπόν το γενικευμένο αμόκ εναντίον των επαγγελματικών κλάδων; Η ΕΕ ενδιαφέρεται βεβαίως για το ζήτημα αυτό, καθώς είναι ένας όρος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης: τα ευρωπαϊκά κεφάλαια πρέπει να βρίσκουν ανοιχτούς δρόμους σε κάθε χώρα. Όμως, η κατεύθυνση αυτή είναι ολέθρια για την ελληνική κοινωνία και οικονομία, που στηρίζεται στη μικρή ιδιοκτησία και την μισθωτή εργασία. Όταν ζητάμε να «ανοίξουμε» ένα επάγγελμα απλώς ζητάμε να καταργήσουμε τους προστατευτικούς νόμους που το διέπουν. Άσκηση επαγγέλματος όμως χωρίς κανέναν προστατευτικό νόμο, οδηγεί σε καθεστώς οικονομικής ζούγκλας του 19ου αιώνα.
    Τα επαγγέλματα είναι ήδη ανοιχτά, κανένας δεν απαγορεύει κάποιον να γίνει ιδιοκτήτης ταξί η μεταφορέας. Άρα δεν ζητάμε να ανοίξει το επάγγελμα. Ζητάμε να καταργηθούν όλοι οι προστατευτικοί κανόνες λειτουργίας του. Αυτοί όμως οι κανόνες είναι που εξασφαλίζουν ακόμη τη βιωσιμότητα των επαγγελμάτων, ένα ανεκτό ποσοστό κέρδους και δίνουν τις τελευταίες ελπίδες επαγγελματικής επιβίωσης στους έλληνες. Σε λίγο δηλαδή δεν θα έχουμε καμία προσμονή. Ούτε καν να γίνουμε ταξιτζήδες.
    Γιατί γίνονται όλα αυτά; Για να έχουμε μεγαλύτερη συγκέντρωση κεφαλαίου και αντικατάσταση της μικρής από την μεγάλη ιδιοκτησία. Με λίγα λόγια στόχος είναι η μετατροπή της μεσαίας τάξης των ελλήνων μικροϊδιοκτητών και των επιστημόνων, σε τάξη μισθωτών. Των 400 ευρώ. Οι γιατροί υπάλληλοι ιδιωτικών κλινικών, οι δικηγόροι υπάλληλοι εταιρειών με 700 ευρώ και οι φαρμακοποιοί το ίδιο. Ο έλεγχος της ελληνικής οικονομίας- ιδίως μετά το κούρεμα του δημοσίου χρέους- θα περάσει έτσι σταδιακά σε επενδυτικούς και τραπεζικούς ομίλους ευρωπαϊκών συμφερόντων.
    Πρόκειται για μια θανάσιμη απειλή. Ο νέος ελληνισμός έζησε για αιώνες μέσα σε διαδοχικά καθεστώτα προστασίας όλων των επαγγελματικών χώρων, ακόμα και σε εποχές κατάκτησης. Τα εσνάφια ή οι συντεχνίες των επαγγελμάτων ήταν οι πραγματικοί θύλακες προστασίας του έθνους και επί τουρκοκρατίας ακόμα. Όταν λοιπόν αυτή η εθνική και οικονομική ιδιομορφία καταπατηθεί, είναι βέβαιον ότι θα τεθεί σε κίνδυνο όχι μόνον το εισόδημα ή το καθεστώς λειτουργίας κάθε επαγγελματικού χώρου, αλλά θα παραδοθεί το σύνολο πλέον της εθνικής οικονομίας- εκτός από τη δημόσια περιουσία που θα πουληθεί φτηνά- ακόμη και η μικρή και μεσαία ιδιοκτησία, στο διεθνές χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο. Οι έλληνες κινδυνεύουμε άμεσα να εισαχθούμε έτσι σε καθεστώς «δεύτερης δουλοπαροικίας», αν συνυπολογίσουμε και το γεγονός ότι καταργούνται ακόμη και οι κλαδικές συμβάσεις εργασίας και οι μισθοί θα προσδιορίζονται αποκλειστικά από τη θέληση του εργοδότη.
    Το ζήτημα είναι μείζον. Όλες οι επαγγελματικές τάξεις που αυτή τη στιγμή αγωνίζονται να αποκρούσουν την λαίλαπα της δήθεν απελευθέρωσης πρέπει να στηριχθούν. Διότι το ζήτημα δεν είναι να ανοίξουμε τα φαρμακεία τη νύχτα ή να δίνουμε άδειες ταξί με 1000 ευρώ. Το ζήτημα είναι αφενός να βεβαιώσουμε τα εισοδήματα και να εισπράξουμε τους φόρους και αφετέρου να στηρίζουμε τη συνολική ζήτηση μέσω των δημοσίων επενδύσεων. Τα υπόλοιπα είναι είτε θεολογικές εμμονές νεοφιλελεύθερων είτε συνειδητά σχέδια απορρύθμισης της ελληνικής οικονομίας. Τα σχέδια αυτά, εάν υλοποιηθούν, θα οδηγήσουν σε κοινωνική έκρηξη, θα θέσουν σε κίνδυνο την κοινωνική σταθερότητα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.


    *Ο Απόστολος Διαμαντής είναι Πανεπιστημιακός και συγγραφέας.